Most Popular

  • Αρχική
  • Θέματα
  • Θέματα
  • Το ελληνικό παραδοσιακό κόσμημα ως πεδίο συνάντησης τεχνών και τεχνικών

Το ελληνικό παραδοσιακό κόσμημα ως πεδίο συνάντησης τεχνών και τεχνικών

της Γωγώς Καρακούση*

 

 

Το ελληνικό παραδοσιακό κόσμημα, είτε πρόκειται για χάντρινα, κεντητά, είτε για μεταλλικά, αργυρά ή επίχρυσα αντικείμενα, δεν λειτουργεί ποτέ ως ένα απομονωμένο διακοσμητικό ή απλά αισθητικό στοιχείο. Είναι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο καθηγητής Αριστείδης Δουλαβέρας (2013) στη μελέτη του «Η γυναικεία και ανδρική ομορφιά στο δημοτικό τραγούδι» μία παρέμβαση στο φυσικό για να πολλαπλασιαστεί το υφιστάμενο αισθητικό αποτέλεσμα για διάφορους σκοπούς. Είναι δείκτης κοινωνικής θέσης, αλλά και ένας σύνθετος φορέας πολιτισμικής γνώσης, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σύστημα τεχνών, υλικών και επιτελεστικών πρακτικών, αποτελώντας έτσι φορέα κοινωνικής μνήμης, αισθητικής και συμβολισμών. Η αξία του δεν περιορίζεται στην τεχνική του αρτιότητα, αλλά στη σύνθετη σχέση του, με ποικίλες μορφές τέχνης και τεχνικής* όπως η λαϊκή ζωγραφική, η κεντητική, υφαντική, πλεκτική, αρχιτεκτονική, χαρακτική, γλυπτική κλπ.


Στο σημείο αυτό, και προκειμένου να φωτιστεί πληρέστερα η διαχρονική και σύγχρονη δυναμική του παραδοσιακού κοσμήματος, θα παρουσιάσουμε ορισμένες από αυτές τις τέχνες και τεχνικές, που αναφέρθηκαν ώστε να  αναδειχθεί ο τρόπος με τον οποίο το παραδοσιακό κόσμημα συνομιλεί με διαφορετικά πεδία δημιουργίας, διατηρώντας τη σημασία και τη λειτουργικότητά του στο ιστορικό αλλά και το σύγχρονο πολιτισμικό πλαίσιο.


Αρχικά όταν γίνεται λόγος για το παραδοσιακό κόσμημα, η σκέψη οδηγείται σχεδόν αυτόματα στον χορό, τη μουσική και τα λαϊκά δρώμενα, καθώς πρόκειται για το κατεξοχήν πεδίο όπου το παραδοσιακό κόσμημα ενεργοποιείται, κινείται και αποκτά ζωντανή παρουσία ακόμα και σήμερα. Άρα μιλάμε για τις άυλες και επιτελεστικές τέχνες όπου η σύνδεση με αυτές είναι άμεση.

Πλεκτό Επιστήθιο κόσμημα Σαλαμίνας (φωτογραφία/copyright: Γιώργος Τερζής)

Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, ιδιαίτερα σε γαμήλιες και εορταστικές τελετές, το κόσμημα συμμετέχει ενεργά στην επιτέλεση. Τα φλουριά στο στήθος της νύφης, οι σειρές από νομίσματα, τα κρεμαστά στοιχεία, τα χάντρινα περιδέραια παράγουν ήχο κατά την κίνηση του σώματος, ενισχύοντας τον ρυθμό του χορού αλλά και αποτρέποντας το κακό. Ο παραγόμενος ήχος από τα μεταλλικά στοιχεία του κοσμήματος δεν είναι τυχαίος, ούτε απλώς αποτέλεσμα της κίνησης. Στη λαϊκή αντίληψη, ο ήχος λειτουργούσε αποτρεπτικά και προστατευτικά, καθώς θεωρούνταν ικανός να διώχνει το κακό. Όπως συμβαίνει και σε άλλες εκφάνσεις της παραδοσιακής ζωής, ο θόρυβος συνδέεται με την αποτροπή του κακού ματιού και των δαιμονικών ενεργειών, χαρακτηριστική είναι άλλωστε η λαϊκή έκφραση «χτύπα ξύλο», που υποδηλώνει την ανάγκη ηχητικής παρέμβασης για την αποφυγή μιας κακοτυχίας. Στο πλαίσιο αυτό, το κόσμημα λειτουργεί ως αισθητικό στοιχείο, αλλά και ως ενεργό αποτροπαϊκό μέσο, ενταγμένο σε ένα ευρύτερο σύστημα λαϊκών δοξασιών, προκαταλήψεων και τελετουργικών πρακτικών της καθημερινότητας. Το κόσμημα έτσι είναι ένα ηχητικό όργανο, που συνοδεύει τον χορό.


Σε ένα άλλο επίπεδο, η σχέση του κοσμήματος με τη λαϊκή ζωγραφική εκδηλώνεται κυρίως μέσα από τη διακόσμηση της επιφάνειας. Πολλά μεταλλικά κοσμήματα φέρουν ζωγραφικά ή γραμμικά μοτίβα, με τεχνικές όπως το σαβάτι, όπου το μαύρο υλικό γεμίζει τις χαραγμένες γραμμές και δημιουργεί έντονες αντιθέσεις. Τα φυτικά, γεωμετρικά ή συμβολικά μοτίβα που εμφανίζονται στα κοσμήματα τα καθιστούν φορητό πίνακα ζωγραφικής.

Φωτοσκιάσεις - Λεπτομέρεια από πορπη με ανάγλυφη επιφάνεια (Συλλογή: Vasileios Gkatzios)

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι και η αρχιτεκτονική διάσταση του παραδοσιακού κοσμήματος. Πολλά κοσμήματα, όπως πόρπες, φυλαχτά κλπ δομούνται με τρόπο που παραπέμπει σε αρχιτεκτονικές αρχές. Οι θολωτές μορφές, τα γεωμετρικά μοτίβα και τα διάτρητα στοιχεία, η συμμετρία, θυμίζουν μικρογραφίες όψεων και κιγκλιδωμάτων. Εξίσου σημαντική είναι η σχέση του κοσμήματος με τη γλυπτική. Η ανάγλυφη επιφάνεια, το παιχνίδι φωτός και σκιάς, η πλαστικότητα των μορφών και η λεπτομερής απόδοση συμβόλων, σταυρών, φυτών, ζωικών μορφών ή αποτροπαϊκών μοτίβων, μετατρέπουν το κόσμημα σε γλυπτό. Το παραδοσιακό κόσμημα, επομένως, δεν ανήκει σε μία τέχνη αλλά σε ένα σύμπλεγμα τεχνών, που συμπυκνώνει γνώσεις, δεξιότητες και νοήματα. Η αξία του δεν εξαντλείται στην υλικότητά του, αλλά στη δυνατότητά του να αφηγείται ιστορίες τόπων, κοινοτήτων και τρόπων ζωής.

Λεπτομέρεια από πορπη με τη Θεά Αθηνά ζωγραφισμένη με σαβάτι (Συλλογή: Vasileios Gkatzios)

To κόσμημα συνδέεται και με την κεντητική, την υφαντική, την πλεκτική και την βαφική. Πόρπες, καρφίτσες, χάντρινα και άλλα κοσμήματα δεν φοριούνται αυτόνομα, αλλά στερεώνονται πάνω σε κεντητές ζώνες,  κομμάτια υφάσματος κλπ. Το κεντημένο ή ραμμένο ύφασμα ή κορδόνι, λειτουργεί ως υπόβαθρο που αναδεικνύει αλλά και στερεώνει συγκρατώντας το βάρος του κοσμήματος, δίνοντας σταθερότητα σε αυτό ή απλά διακοσμώντας το σύνολο. Σε πολλές περιπτώσεις, τα μοτίβα της κεντητικής και του κοσμήματος ακολουθούν κοινή εικαστική λογική, δημιουργώντας ένα ενιαίο αισθητικό σύνολο. Πρόκειται για μια συνύπαρξη τεχνών, όπου τα πολλαπλά υλικά συνομιλούν μεταξύ τους.

Χάντρινο Γιορντάνι Θράκης υφασμένο με τρίχα ζώου (φωτογραφία/copyright: Γιώργος Τερζής)

Η αργυροχρυσοχοική τέχνη, η συρματερή τεχνική, η χαρακτική και η μεταλλοτεχνία αποτελούν και αυτές βασικούς πυλώνες της δημιουργίας του παραδοσιακού κοσμήματος. Χαραγμένα, σφυρήλατα ή ανάγλυφα κοσμήματα αποτυπώνουν στο μέταλλο σύμβολα, σταυρούς, φυτικά ή γεωμετρικά μοτίβα. Η πράξη της χάραξης δεν είναι μόνο τεχνική, αλλά και συμβολική. Το  σχέδιο «εγγράφεται» στο υλικό, όπως η μνήμη εγγράφεται στην κοινότητα. Η σφυρηλάτηση, προσδίδει στο κόσμημα μια αίσθηση χειροποίητης αυθεντικότητας, καθιστώντας το έτσι μοναδικό.


Το χάντρινο παραδοσιακό κόσμημα, συχνά υποτιμημένο σε σχέση με το μεταλλικό (χρυσό/ασήμι), έχει ιδιαίτερη σημασία στην ελληνική παράδοση. Λόγω  του ότι κατασκευαζόταν από φθηνότερα και ευτελέστερα υλικά, δεν αντιμετωπιζόταν πάντα ως αντικείμενο ιδιαίτερης αξίας που άξιζε να αποθησαυριστεί. Συχνά, με την πάροδο του χρόνου, τα χάντρινα κοσμήματα φθείρονταν, αποσυναρμολογούνταν ή επαναχρησιμοποιούνταν, χωρίς να λαμβάνεται μέριμνα για τη συντήρησή τους. Ως αποτέλεσμα, σήμερα δεν σώζεται μεγάλος αριθμός τέτοιων κοσμημάτων, σε αντίθεση με τα αργυρά ή χρυσά, τα οποία, λόγω της υλικής και οικονομικής τους αξίας, διατηρήθηκαν και κληροδοτήθηκαν ευκολότερα από γενιά σε γενιά. Οι χάντρες, συχνά γυάλινες, μεταλλικές, κοραλλένιες, ξύλινες, ημιπολύτιμες, οργανικές (όπως μπαχάρια, γαρύφαλλα, κοχύλια) κ.α., συνδέονται με την υφαντική, με την κεντητική και την πλεκτική τέχνη και τεχνική. Η σειρά, το χρώμα και η εναλλαγή τους θυμίζουν πολλές φορές υφαντό μοτίβο.
Το ελληνικό παραδοσιακό κόσμημα, ως φορέας υλικού και άυλου πολιτισμού, δεν ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν.

Καρφίτσα εμπνευσμένη από  κόσμημα από Μεσόγεια Αττικής,  τροποποιημένη ώστε να φοριέται ως καρφίτσα πέτου ή στήθους, συρματερή τεχνική(Δημιουργία Γιάννης Τσαλαπάτης).

Αντίθετα, προσφέρει ένα ιδιαίτερα γόνιμο πεδίο επανερμηνείας και δημιουργικής αξιοποίησης στο πλαίσιο σύγχρονων τεχνών, οι οποίες συνδέονται άμεσα με τη δημιουργική οικονομία και τον πολιτιστικό τουρισμό. Το παραδοσιακό κόσμημα λειτουργεί ως πηγή έμπνευσης για τον σύγχρονο σχεδιασμό. Τα μοτίβα, οι μορφές, οι αναλογίες και οι συμβολισμοί του μεταφέρονται σε νέα αντικείμενα κοσμήματος, ενδυμάτων ή διακοσμητικών, με σύγχρονα υλικά και τεχνικές. Με τον τρόπο αυτό, το παραδοσιακό στοιχείο επανασυστήνεται στο σήμερα, διατηρώντας την πολιτισμική του αναφορά αλλά αποκτώντας νέα αισθητική και λειτουργική ταυτότητα. Η παραγωγή παραδοσιακών ή εμπνευσμένων από την παράδοση κοσμημάτων σε μικρή κλίμακα συνδέεται άμεσα και με τη βιοτεχνία. Το κόσμημα μετατρέπεται σε προϊόν τοπικής ταυτότητας, που μπορεί να παραχθεί σε εργαστήρια, να διακινηθεί τοπικά και να ενισχύσει την οικονομία της κοινότητας. Έτσι, η παράδοση δεν αναπαράγεται μηχανικά, αλλά ενσωματώνεται σε σύγχρονες μορφές βιώσιμης παραγωγής. Στο πεδίο της σύγχρονης χειροποίητης τέχνης, το παραδοσιακό κόσμημα αντιμετωπίζεται πολλές φορές ως βάση. Παραδοσιακές τεχνικές συνδυάζονται με σύγχρονες μορφές έκφρασης, δημιουργώντας έργα που κινούνται ανάμεσα στη λαϊκή τέχνη και τη σύγχρονη εικαστική δημιουργία.  Το παραδοσιακό κόσμημα μπορεί να αποτυπωθεί και να αναπαρασταθεί ψηφιακά μέσω φωτογραφίας, τρισδιάστατων μοντέλων, ψηφιακών εκθέσεων ή εικονικών μουσείων. Με αυτόν τον τρόπο, καθίσταται προσβάσιμο σε ευρύτερο κοινό και εντάσσεται σε σύγχρονες μορφές πολιτιστικής αφήγησης, εκπαίδευσης και προβολής, ενισχύοντας τη διάχυση της πολιτιστικής γνώσης. Στο μουσειακό πλαίσιο, το παραδοσιακό κόσμημα δεν εκτίθεται απλώς ως αντικείμενο, αλλά ως φορέας ιστοριών, συμβολισμών και σχέσεων. Μέσα από σύγχρονες μουσειακές πρακτικές, το κόσμημα αποκτά νέο ρόλο και λειτουργεί ως μέσο κατανόησης της καθημερινής ζωής, των επαγγελμάτων και των τελετουργιών μιας κοινότητας.

Κόσμημα «κουκουναράκι», φωτογραφία/copyright: Γιώργος Τερζής, (Χρυσανθοπούλου Β., Γεωργίου Μ., Καρακούση Γ., Το παραδοσιακό κόσμημα «κουκουναράκι» ή «μανεστράκι»: Συμβολή στη μελέτη του υλικού πολιτισμού και της τοπικής πολιτισμικής έκφρασης της Περαχώρας Κορινθίας, Κορινθιακή Επετηρίδα, τεύχος 4, 2025, εκδόσεις ΚΑΤΑΓΡΑΜΜΑ).

Στην παραδοσιακή λαϊκή δημιουργία, τα κοσμήματα συχνά επηρεάζονταν από τις βασικές επαγγελματικές ασχολίες των κατοίκων. Παράδειγμα αποτελεί το κόσμημα «κουκουναράκι», από την Περαχώρα Κορινθίας. Οι κάτοικοι της Περαχώρας δραστηριοποιούνταν ως ρετσινάδες και αντλούσαν τα προς το ζην από την τεχνική της ρητινοσυλλογής, μια παραγωγική λαϊκή τεχνική που βασίζεται στην εμπειρική γνώση και έμμεσα τροφοδοτεί την τέχνη. Το κουκουνάρι, στοιχείο άμεσα συνδεδεμένο με το επάγγελμά τους και το φυσικό τους περιβάλλον, αποτυπώθηκε στο κόσμημα ως σύμβολο της τοπικής οικονομίας, της εργασίας και της συλλογικής εμπειρίας της κοινότητας.


Αυτή ακριβώς η διαθεματική φύση του παραδοσιακού κοσμήματος το καθιστά ιδιαίτερα πρόσφορο για σύνδεση με τον σύγχρονο πολιτιστικό τουρισμό. Σε μια εποχή όπου ο τουρίστας αναζητά τη βιωματική εμπειρία και ενεργή συμμετοχή, το κόσμημα μπορεί να λειτουργήσει ως πύλη κατανόησης της τοπικής ιστορίας μιας κοινότητας. Η ανάδειξη του κοσμήματος σε μουσεία, εκθέσεις, εργαστήρια παραδοσιακών τεχνικών επιτρέπει τη σύνδεσή τους με τον τόπο. Ο επισκέπτης δεν έρχεται απλώς σε επαφή με ένα αντικείμενο, αλλά με ένα σύνολο τεχνικών, υλικών και συμβολισμών που συνδέονται με την αρχιτεκτονική του χωριού, την ενδυμασία, τα έθιμα και την καθημερινή ζωή.


Επιπλέον, το παραδοσιακό κόσμημα μπορεί να αποτελέσει γέφυρα μεταξύ παρελθόντος και σύγχρονης δημιουργίας, ενισχύοντας μορφές δημιουργικού και βιώσιμου τουρισμού. Σύγχρονοι τεχνίτες, σχεδιαστές και τοπικά εργαστήρια μπορούν να αξιοποιήσουν τα παραδοσιακά μοτίβα και τις τεχνικές, δημιουργώντας αντικείμενα που είναι φορείς πολιτιστικής αξίας. Έτσι, ο τουρισμός μετατρέπεται από καταναλωτική πρακτική σε διαδικασία πολιτιστικής ανταλλαγής. Το παραδοσιακό κόσμημα, ως βαθιά συμβολικό αντικείμενο και προϊόν λαϊκής δημιουργίας, προσφέρει τη δυνατότητα να αφηγηθούμε έναν τόπο με τρόπο κατανοητό.

Επιμετώπιο Κόσμημα Αττικής (μέταλλο – ύφασμα – χάντρα) φωτογραφία/copyright: Γιώργος Τερζής

Η σύγχρονη επαναπροσέγγιση του παραδοσιακού κοσμήματος συνδέεται άμεσα με το πλαίσιο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, όπως αυτό ορίζεται από τη Σύμβαση της UNESCO (2003). Παρότι το κόσμημα αποτελεί ένα υλικό αντικείμενο, η αξία του δεν περιορίζεται μόνο στην ύλη, αλλά εντοπίζεται και στις γνώσεις, τις τεχνικές, τις τέχνες, τους συμβολισμούς και τις κοινωνικές πρακτικές που εμπεριέχει και το συνοδεύουν. Οι τεχνικές κατασκευής, οι τρόποι χρήσης του, η ένταξή του σε τελετουργίες, καθώς και οι αφηγήσεις που το περιβάλλουν, συγκροτούν ένα ζωντανό σύστημα πολιτιστικής γνώσης. Έτσι στο πλαίσιο αυτό, οι τέχνες και οι τεχνικές λειτουργούν ως μηχανισμοί διατήρησης και μετάδοσης της άυλης διάστασης του παραδοσιακού κοσμήματος.


Το παραδοσιακό κόσμημα σήμερα, αντιμετωπίζεται ως δυναμικό πολιτιστικό αγαθό, ικανό να συμβάλει στη βιώσιμη πολιτιστική ανάπτυξη, στη δημιουργική οικονομία και στον πολιτιστικό τουρισμό, σε απόλυτη συνάφεια με τις αρχές της UNESCO για τη διαφύλαξη, τη συμμετοχή των κοινοτήτων και τη διαγενεακή μετάδοση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Όταν επαναδιαβάζεται μέσα από τις σύγχρονες τέχνες, μετατρέπεται σε ζωντανό εργαλείο πολιτιστικής δημιουργίας και τοπικής ανάπτυξης.

 

 

 


* Η Γωγώ Σπ. Καρακούση είναι οικονομολόγος, υποψήφια διδάκτωρ Λαογραφίας και κάτοχος Master of Science  (ΜSc) και Μaster of Arts (ΜΑ) στο Λαϊκό Πολιτισμό και τη Νεότερη Πολιτιστική Κληρονομιά. Έχει δημοσιεύσει άρθρα για τον υλικό πολιτισμό και την πολιτισμική οικονομία σε επιστημονικά περιοδικά, συλλογικούς τόμους συνεδρίων και εφημερίδες όπως Η Ναυτεμπορική, ενώ διδάσκει στο Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.